Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου

Αειπαρθενία της Θεοτόκου. Το αφηρημένον ουσιαστικόν «αειπαρθενία» δηλοί την κατάστασιν ανδρός ή γυναικός, κατά την οποίαν ούτοι ουδέποτε εγνώρισαν γαμιαίας σχέσεις και διετήρησαν ούτω την παρθενίαν των ες αεί.
Η λέξις Αειπαρθενία και Αειπάρθενος απεδόθη από των πρώτων ήδη αιώνων εις την Παναγίαν Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μαζί με πολλάς άλλας λέξεις, ακτινοβολούσας τον μέγαν σεβασμόν των πιστών προς την Κυρίαν Θεοτόκον.
Αντίστοιχος λέξις εις την λατινικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας δεν υπάρχει και δια τον λόγον τούτον δεν απαντά μονολεκτικός τύπος δια την δήλωσιν του «αειπάρθενου» της Θεοτόκου εις τους Λατίνους Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Η πίστις εις την αλήθειαν της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου ήτο κοινή συνείδησις των αποστολικών χρόνων και διήκει δι’ όλης της χριστιανικής παραδόσεως μέχρι σήμερον, δια τους ορθοδόξους καί τους ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς.
Ας ίδωμεν, όμως, συστηματικώς διατυπουμένην την περί Αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδασκαλίαν: α) εις τήν Αγίαν Γραφήν, β) τους αποστολικούς Πατέρας, γ) τους μετέπειτα Πατέρας, δ) την Ορθόδοξον Υμνολογίαν και ε) τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
1. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας Γραφάς.
α) Π. Διαθήκη. Η εκ παρθένου γέννησις του Σωτήρος εξαγγέλλεται καί προφητεύεται σαφώς εις την Π. Διαθήκην. Κλασσική κατέστη η προφητεία του Ησαΐου (ζ 14), την οποίαν αναφέρει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (α 23): «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν καί καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Η παρθένος θα τέξη, κατά τον προφήτην, υιόν (η παρθένος… τέξεται). Κατά την έκφρασιν ταύτην του Ησαΐου, επομένως, η τίκτουσα, θα είναι παρθένος καί κατά την στιγμήν, την οποίαν θα τίκτη. Εάν η γεννώσα κατά τον τόκον δεν θα ήτο παρθένος, δεν θα έλεγεν ο Ησαΐας: «ή παρθένος τέξεται», αλλ’ η γυνή τέξεται, διότι μόνον η γυνή τίκτει φυσιολογικώς και ουδέποτε η παρθένος. Ούτω, συμφώνως προς τον Ησαΐαν, η Μαρία θα παραμείνη παρθένος κατά τον τόκον. Με την ερμηνείαν αυτήν της προφητείας συμφωνούν οι αποστολικοί καί μετέπειτα Πατέρες. (Πρβλ. Ιουστίνου, PG 673 και 676. Πλείονα διά την υπό το πνεύμα τούτο ερμηνείαν της προφητείας, όρα Μ. Schmans, Katholische Dogmatik. V, (Mariologie). Munchen 1955, σ. 122- 123.
Πλην της σαφούς ταύτης προφητείας περί της διαφυλάξεως της παρθενίας της Θεοτόκου κατά τον τόκον υπάρχουν καί άλλα χωρία της Π. Διαθήκης εκληφθέντα καί ερμηνευθέντα υπό τών Πατέρων, ως αφορώντα εις τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου κατά καί μετά τόκον. Τοιαύτα είναι:
Το Ησ. «καί εξελεύσεται ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί καί άνθος εκ τής ρίζης αναβήσεται καί αναπαύσεται επ’ αυτόν Πνεύμα Θεού…» (ια 1 – 2).

Το Ιεζεκ. «καί η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, καί ουδείς μη διέλθη δι’ αυτής. Ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής καί έσται κεκλεισμένη». (Υπό την φράσιν «πύλη κεκλεισμένη» νοείται η Παρθένος Μαρία). Το Εξ. γ 2 κ. εξ. περί τής φλεγομένης καί μή καιομένης βάτου. Το Γέν. κη 12-13, περί τής κλίμακος τού Ιακώβ. Το Εξ. ιστ’ 33. Το Κριτ. στ’ 37 κ. εξ. Το Ψαλμ. οε’ 3 και το πστ 5. Το Αριθ. ιζ’ 8 κ.ά.
β) Κ. Διαθήκη.
Ουδείς των ιερών Ευαγγελιστών ασχολείται ειδικώς περί τό αειπάρθενον της Θεοτόκου. Ούτοι, αρκούνται να δηλώσουν την δια Πνεύματος Αγίου σύλληψιν του Υιού του Θεού (Λουκ. α’ 35, Ματθ. α’ 18) καί την εκ παρθένου γέννησιν αυτού (Ματθ. α’ 23, Λουκ. α’ 26, 27 καί 31).

Πρώτον, λοιπόν, βεβαιούται η διά Πνεύματος Αγίου σύλληψις υπό του Ματθαίου. «Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήν. Μνηστευθείσης γάρ τής μητρός αυτού Μαρίας τώ Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.α’ 18). και υπό του Λουκά: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ού γινώσκω; Καί αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σέ καί δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. α 35). Η Παρθένος δεν θα χρειασθή να πληρώση τον φυσικόν νόμον της αναπαραγωγής· μένει ξένη πρός ό,τι συμβαίνει με τούς λοιπούς ανθρώπους καί μάλιστα απορούσα πώς, παρθένος αύτη ούσα, θα γεννήση υιόν, λαμβάνει την απάντησιν, ότι δι’ υπερφυσικού τρόπου καταλύοντος κατ’ ανάγκην τόν φυσικόν νόμον, θα πραγματοποιηθή η γέννησις: «διά Πνεύματος Αγίου».
Δεύτερον, δείκνυται ότι η τίκτουσα, κατά τόν τόκον θα είναι παρθένος. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρων την προφητείαν τού Ησαΐου (ζ 14), λέγει «η Παρθένος… έξει καί τέξεται υιόν» (α 23)· ό Λουκάς απηχών καί ούτος τήν προφητείαν τού Ησαΐου, λέγει· «καί ιδού συλλήψη εν γαστρί καί τέξη υιόν» (α 31). Ποία «συλλήψει καί τέξη»; Η παρθένος, η μεμνηστευμένη ανδρί (Λουκ. α 27′). Κατά τα χωρία ταύτα, η Παρθένος εκ Πνεύματος Αγίου θα συλλάβη καί η ίδια Παρθένος θα τέξη, χωρίς να μεταβληθή τι ως προς τήν παρθενίαν αυτής. Η παράταξις των ρημάτων «έξει καί τέξεται» καί συλλήψη καί τέξη», χωρίς διάκρισιν του τρόπου πραγματοποιήσεώς των, σημαίνει ακριβώς τον ταυτόσημον τρόπον πραγματοποιήσεως του «συλλήψη» καί του «τέξη», δηλ. «διά Πνεύματος Αγίου» γίνεται καί η σύλληψις καί ο τοκετός. Όπως επομένως είς τήν πρώτην περίπτωσιν, της συλλήψεως δηλαδή, η Μαρία παραμένει παρθένος, ούτω και εις τήν δευτέραν, τήν γέννησιν ή τόν τοκετόν, διατηρεί τήν παρθενίαν της, αφού υπερφυσικώς τίκτει.

Διά το πώς συμβαίνει τούτο, απαντά θαυμασίως ό Ζιγαβηνός, λέγων «Τούτο γάρ ούτε ο Ευαγγελιστής εδίδαξεν, ούτε πρό αυτού ο άγγελος, ο ευαγγελισάμενος τη Θεοτόκω τήν σύλληψιν. Ηγνόησαν γάρ τούτο καί αυτοί, διά τό είναι πάσιν ακατάληπτον, καί μόνη τη μακαρία Τριάδι γνωστόν. Τούτο δέ γίνωσκε μόνον, ότι σεσάρκωται ο Υιός ευδοκία του Πατρός, καί συνεργία τού Αγίου Πνεύματος» (Ερμηνεία είς τό Ματθ. α 18, έκδοσις Θ. Φαρμακίδου, Αθήναι 1942, Α’, σ. 14- 15).
Δια το παράδοξον της διατηρήσεως της παρθενίας καί κατά τόκον ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «ως ούτε του τόκου την παρθενίαν λύσαντος, ούτε της παρθενίας τη τοιαύτη κυοφορία εμποδών γενομένης. Όπου γάρ πνεύμα σωτηρίας γεννάται… άχρηστα πάντως της σαρκός θελήματα» (PG 46, 396). Πλήν των ανωτέρω, όμως, χωρίων τα οποία εξητάσαμεν καί είδομεν, ότι μας πληροφορούν —χωρίς να το λέγουν απ’ ευθείας, διότι δεν το αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα— δια την διατήρησιν της παρθενίας της Θεοτόκου πρό καί κατά τόκον, υπάρχουν και άλλα, πρό παντός δέ φράσεις καί λέξεις μεμονωμέναι, τά οποία χρησιμοποιούν οι εκάστοτε αιρετικοί διά να προσβάλλουν τήν αλήθειαν τού Αειπαρθένου της Θεοτόκου. Τα χωρία καί αι λέξεις, αι σκανδαλίζουσαι τους αιρετικούς είναι τα έξής:
1)  «Καί ουκ εγίνωσκεν αυτήν (ο Ιωσήφ) έως ου (έως ότου) έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Ματθ. α’ 25). Βάσει τού «έως ού» λέγουν, ότι ο Ιωσήφ δεν εγνώριζε την Παρθένον μόνον μέχρι της γεννήσεως του Ιησού.
2)  Εις το αυτό χωρίον και εις Λουκ. β 7 υπάρχει η λέξις «πρωτότοκος» και υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς υπήρξεν απλώς ό πρώτος γεννηθείς και εν συνεχεία ηκολούθησαν άλλοι υιοί ή τέκνα γενικώς.
3) Ενίοτε το θεόπνευστον κείμενον αποκαλεί τον Ιωσήφ «άνδρα της Μαρίας» (Ματθ. α 16) καί την Παρθένον «γυναίκα τού Ιωσήφ» (Ματθ. α’ 20 καί 24). Το «άνδρα» και «γυναίκα» σημαίνει κατ ά τούς αιρετικούς, ότι η Μαρία, μετά την γέννησιν του Ιησού, εγέννησε καί άλλα τέκνα μετά του Ιωσήφ, ως ανδρός αυτής.

4) υπάρχει το περίφημον πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου.

Ας εξετάσωμεν, όμως, κατά σειράν τα προαναφερθέντα χωρία και τας φράσεις ή τας λέξεις.

1. Πράγματι ο Ματθαίος (α 25) λέγει· «καί ούκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκεν…». Με το «έως ου» ο ευαγγελιστής θέλει απλώς να δηλώση το γεγονός της παρθενίας της Θεοτόκου έως την στιγμήν της γεννήσεως. Δεν ενδιαφέρεται διά τον περαιτέρω χρόνον. Η έκφρασις αύτη «ορίζει μόνον το χρονικόν όριον, μέχρι του οποίου ενδιαφέρεται να τονίση ο εξιστορών ότι συνέβη ή δέν συνέβη τι, χωρίς να δηλοί κατ’ ανάγκην την μετά το όριον τούτο αλλαγήν της καταστάσεως, ούσα ούτως ειπείν σχήμα τονισμού της πραγματικότητος καί της διάρκειας του πρό του ορίου, προ του «έως ου» συμβαίνοντος· ούτω το «έως ου» καταλήγει εις την σημασίαν του διηνεκώς, λέγει ο Ι. Καλογήρου (Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 19, σημ. 1), αναλύων τα περί τού θέματος λεγόμενα του ιερού Χρυσοστόμου (PG 78, 102).

Την αποστομωτικήν απάντησιν εις τους ισχυριζομένους, ότι μόνον έως την γέννησιν του Ιησού η Θεοτόκος ήτο παρθένος συμφώνως πρός το «έως ου» δίδει η ιδία η Αγία Γραφή. Όντως, εις αυτήν εύρηνται πολλά παράλληλα προς το Ματθ. α’ 25 χωρία, βοηθούντα ημάς να κατανοήσωμεν ορθώς το «έως ου»… Πρώτος ο Ιερώνυμος συνεκέντρωσε τοιαύτα παράλληλα χωρία εκ της Γραφής και είτα ο Ι. Χρυσόστομος τον συνεπλήρωσε (PG 57, 58). Ο Ιερώνυμος τα χωρία ταύτα εχρησιμοποίησεν είς τον αγώνα του κατά του αιρετικού Ελβιδίου, γράψας κατ’ αυτού ολόκληρον έργον (Adv. Helv.. PL 23). Ο Ελβίδιος (Δ’ αιών), σημειωθήτω, υπήρξεν εκ των πρώτων αρνητών της αειπαρθενίας της Θεοτόκου. Ιδού, λοιπόν, μερικά παράλληλα χωρία:
«Από του αιώνος καί έως του αιώνος Σύ εί, Κύριε» (Ψαλμ. πθ’ 2). Εάν το «έως ου» του Ματθ. (α’ 25) εσήμαινεν ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ εγνώρισε την Παρθένον, τότε καί κατά το προκείμενον χωρίον δεν θα υπάρχη ο Κύριος πέραν του αιώνος, όπερ αντιβαίνει εις την διδασκαλίαν των Γραφών.
Το Πράξ. β’ 34 «Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου». Εάν οι εχθροί τεθούν υποπόδιον των ποδών του Κυρίου, θα παύση ούτος να κάθηται εις τα δεξιά του Πατρός; Βεβαίως δεν θα παύση να κάθηται εις τα δεξιά, αλλ’ εδώ ο συγγραφεύς ενδιαφέρεται μόνον διά τόν συγκεκριμένον χρόνον, καθ’ όν θα ηττηθούν οι εχθροί.
Το Γέν. η 1 «Ούχ υπέστρεψεν ο κόραξ έως ου εξηράνθη η γή». Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Καίτοι γε ουδέ μετά ταύτα υπέστρεψε» (PG 57, 58).
Επίσης το Β’ Βασιλ. στ’ 23 «Τη δε Μελχάλ ουκ εγίνετο παιδίον έως τής ημέρας του αποθανείν αυτήν». Κατά τους αρνητάς της αειπαρθενίας της Θεοτόκου, δια την έκφρασιν «έως ου» η Μελχάλ θα έπρεπε να έκαμε παιδίον μετά τον θάνατον αυτής.

Αλλά και αυτός ούτος ο Κύριος εχρησιμοποίησε παράλληλον έκφρασιν υπό την έννοιαν, καθ’ ήν και η Ορθόδοξος Εκκλησία εννοεί το «έως ου», λέγων προς τους μαθητάς του· «’Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Μετά την συντέλειαν του αιώνος, δεν θα ευρίσκεται ο Κύριος μετά των μαθητών του; Το «έως ου» λοιπόν, ως φαίνεται μετά την παράθεσιν των ανωτέρω χωρίων καθαρότατα, «είρηκεν ούχ ίνα υποπτεύσης ότι μετά ταύτα αυτήν έγνω, αλλ’ ίνα μάθης ότι πρό των ωδίνων πάντως ανέπαφος ήν η Παρθένος» (Χρυσ. PG 57, 58). Και ο Ζιγαβηνός προσθέτει «Το έως τίθεμεν… επεί εκ πορνείας γεγεννήσθαι τον Χριστόν εφλυάρουν Ιουδαίοι» (Ερμην. Ματθ. α 25, έκδ. Θ. Φαρμακίδου, Άθήναι 1842, Α’, σ. 20).
2. Η λέξις «πρωτότοκος» των χωρίων Ματθ. α 25 και Λουκ. β’ 7 ηρμηνεύθη, ως εάν είχον ακολουθήση καί άλλα τέκνα, του Ιησού όντος πρωτοτόκου κατά σειράν γεννήσεως. Τούτο, όμως, δέν είναι ορθόν, διότι η λέξις εις την Γραφήν δηλώνει:
α) τον πρώτον τεχθέντα μεταξύ αδελφών (Γέν. λε’ 23),
β) τον μονογενή, τον μη ακολουθούμενον υπ’ άλλου αδελφού (ως χρησιμοποιείται ενταύθα, Ματθ. α’ 25 καί Λουκ. β’ 7)·
γ) τον εξαίρετον καί τίμιον υπέρ πάντας τους άλλους (Έβρ. ιβ’ 23)·
δ) και τον «πρωτότοκον πάσης κτίσεως» (Κολοσ. α’ 15). Πρβλ. καί Ζιγαβηνού, έκδ. Φαρμακίδου, Α, σ. 20-21.
Άπασα η παράδοσις ερμηνεύει τον «πρωτότοκον» όχι ως πρώτον μεταξύ πολλών, αλλ’ως τον μόνον, τον Μονογενή, ο οποίος εξήλθεν εκ της κοιλίας της Θεοτόκου (Μ. Βασιλείου, PG 31, 1468). Ο δε Θεοφύλακτος λέγει, ότι «πρωτότοκος λέγεται ο πρώτος τεχθείς κάν μη δεύτερος ετέχθη» (PG 123, 721). Πρβλ. καί Μ. Σιώτου, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1950, σ. 78. Την αυτήν ερμηνείαν δίδει καί ο Δίδυμος ο Τυφλός εις το «πρωτότοκος» (Περί Τριάδος, GP 39, 832c).
Πρέπει να παρατηρηθή προσέτι, ότι η Κ. Διαθήκη ουδαμού ονομάζει τέκνα Μαρίας, δια να δεχθώμεν, ότι ο Ιησούς ήτο πρωτότοκος μεταξύ πολλών τέκνων της Μαρίας.
3. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος ονομάζει τον δίκαιον Ιωσήφ άνδρα της Μαρίας,«Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας» (α 16) και «Ιωσήφ δέ ο ανήρ αυτής» (α 19). Την δε Παρθένον ο αυτός ευαγγελιστής ονομάζει γυναίκα του Ιωσήφ, «μή φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» (α 20) καί «καί παρέλαβε τήν γυναίκα αυτού» (α 24). Δια να ίδωμεν ακριβέστερον υπό ποίαν έννοιαν χρησιμοποιούνται εδώ το «ανήρ» καί «γυνή», θα παραθέσωμεν δύο παράλληλα χωρία εκ της Κ. Διαθήκης: «ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής» (Αποκ. κα’ 2) και «απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτω γυναικί, ούση εγκύω» (Λουκ. β’ 5).
Εις την πρώτην περίπτωσιν, ονομάζεται «ανήρ αυτής» ο μη εισέτι νυμφευθείς, ο μη γνωρίζων ακόμη συνάφειαν. Εις την δευτέραν περίπτωσιν, η Μαριάμ ονομάζεται γυνή του Ιωσήφ παρά την δήλωσιν, ότι αύτη είναι μόνον «μεμνηστευμένη αυτω». Χρησιμοποιούνται κατά ταύτα εις την Κ. Διαθήκην το ανήρ και γυνή και δια τον χρόνον της μνηστείας.Όρα και Ζιγαβηνόν «Άνδρα δε αυτής είπε τόν Ιωσήφ ως μνηστήρα. Καί γάρ καί γυναίκα ταύτην αυτού καλεί προϊών, ως μνηστήν. Ούτω γάρ ήν έθος καλείσθαι καί πρό τής συναφείας» (Έργ. μν., Α’, σ. 13).
4. Οι ευαγγελισταί Ματθαίος (ιβ’ 46-49), Λουκάς (η’ 19-20) καί Μάρκος (γ- 32-34) κατονομάζουν «αδελφούς Κυρίου» ορισμένα πρόσωπα σχέσιν έχοντα με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Εάν δεχθώμεν, ότι πρόκειται περί πραγματικών αδελφών του Κυρίου, τότε καταρρίπτεται το αειπάρθενον της Θεοτόκου. Αλλ’ ερωτώμεν μετά του Επιφανίου (PG 42, 715, 716), εάν η Παρθένος είχε και άλλα τέκνα, διατί να εμπιστευθή ο επί του σταυρού αποθνήσκων Ιησούς την μητέρα του εις τον Ιωάννην; (Ίω. ιθ’ 26, 27).
«Ει δε είχεν άνδρα, ει είχεν οίκον, ει είχε τέκνα, είς τα ίδια ανεχώρει, ού πρός τον αλλότριον». Ουδαμού παρατηρείται το φαινόμενον να εγκαταλείπη η μήτηρ τον οίκον της και τα τέκνα της, όταν συμβαίνη να αποθάνη ο πρωτότοκος υιός της. Και κατά την προκειμένην περίπτωσιν, «έλαβεν ο μαθητής (ο Ιωάννης) αυτήν (την Θεοτόκον) είς τα ίδια» (Ίω. ιθ’ 27), δια τον απλούστατον λόγον, ότι η Θεοτόκος δεν είχεν υιούς, διότι ο Ιησούς δεν είχεν αδελφούς.
Τας πρώτας ορθάς ειδήσεις περί των λεγομένων «αδελφών του Κυρίου» ευρίσκομεν εις τα απόκρυφα Ευαγγέλια του Πέτρου καί του Ιακώβου, το δεύτερον των οποίων μάλιστα ονομάζεται καί «πρωτευαγγέλιον». Το πρώτον εγράφη ίσως πρό του 150 είς την Συρίαν και το δεύτερον οπωσδήποτε πρό του 200 (Β. Altaner, Patrologie, Freiburg 1958, σ. 56).
Πρώτος δε εκ των εκκλησιαστικών ανδρών, ο οποίος έθεσεν ορθώς το πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου, ίσως κατ’ επίδρασιν των προαναφερθέντων αποκρύφων εαγγελίων και μάλιστα του Ιακώβου, είναι ο Ωριγένης (253/4). Δεν πρέπει δε να σκανδαλίζη το γεγονός, ότι εκκλησιαστικοί άνδρες ως ο Ωριγένης και ο Επιφάνιος αργότερον εδέχθησαν επίδρασιν εκ των αποκρύφων ευαγγελίων, διότι τούτο δεν θα συνέβαινεν, εάν αι παραληφθείσαι ιδέαι δεν ήσαν κοινώς παραδεδεγμέναι υπό της συνειδήσεως της Εκκλησίας. (Πρβλ. Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 17-18). Σημειωθήτω δε, ότι ο πυρήν του πρωτευαγγελίου είναι ιστορικός και διασώζει την παράδοσιν και ως εκ τούτου έχει σχέσιν με τα κανονικά Ευαγγέλια (Μ. Σιώτη, μν. έργ., σ. 12, σημ. I).

Οι λεγόμενοι «αδελφοί του Κυρίου» είναι υιοί του Ιωσήφ εκ της γυναικός του, της αποθανούσης ήδη προ της μνηστείας του μετά της Παρθένου Μαρίας. Επειδή δε η Παρθένος ήτο νόμω γυνή τού Ιωσήφ, καλούνται αδελφοί Κυρίου οι νόμω υιοί τής μητρός του Κυρίου. Πρβλ. Ωριγένη:

«Ζητείται παρά πολλοίς περί των αδελφών Ιησού… αδελφούς μεν ουκ είχε φύσει, ούτε της Παρθένου τεκούσης ύστερον… νόμω τοιγαρούν εχρημάτισαν αυτού αδελφοί, υιοί Ιωσήφ όντες εκ προτεθνηκυίας γυναικός και επεί καθ’ ομολογίαν γυνή αυτού η Μαρία εχρημάτισεν… Ακολούθως τη τοιαύτη διατάξει (αναφέρει διάταξιν του Μωσαϊκού νόμου) αδελφοί του Ιησού είρηνται οι εκ του Ιωσήφ, ει καί αυτός εξ’ αυτού μή τυγχάνει» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, 6, 506 κ.έξ.). Όρα επίσης καί Ί. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 22. Κ. Δρατσέλλα, Η Θεοτόκος και ο Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 41, 42 και την μνημονευθείσαν σπουδαιοτάτην μονογραφίαν του Μ. Σιώτη, σ. 59 κ. αλλαχού.

Την γραμμήν του Ωριγένους ακολουθεί όλη η μετέπειτα εκκλησιαστική γραμματεία, πλήν εξαιρέσεων, ως του Ιερωνύμου λ.χ., αντεπεξερχομένου κατά του αιρετικού Ελβιδίου (De perpelua virginitatae Mariae, Adversus Helvidium, Liber unus, PL 23, 194-215). Μάλιστα ο Επιφάνιος Κύπρου, εξ αφορμής εν Αραβία κυκλοφορουσών κακοδοξιών σχετικών προς το πρόσωπον της Παρθένου γενικώς, έγραψεν, εκθέτων την ορθόδοξον διδασκαλίαν επί του θέματος των «αδελφών του Κυρίου» και της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου, εις το έργον του Πανάριον ή κατά Αιρέσεων (PG 42, 699-740).

Κατά τα ανωτέρω, λοιπόν, οι «αδελφοί τού Κυρίου» καταχρηστικώς ονομάζονται ούτω, όντες υιοί τού Ιωσήφ, καί δεν πρέπει η έκφρασις αύτη τών Ευαγγελίων να χρησιμοποιήται υπό των εκάστοτε αιρετικών ως όπλον κατά τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου. Μέχρι τούδε εξητάσαμεν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου κατά την Π. καί τήν Κ. Διαθήκην. Έκ τής εξετάσεως ταύτης προκύπτει, ότι :
α) η Παρθένος Μαρία συνέλαβεν εκ Πνεύματος Αγίου, καταργήσασα επομένως τόν φυσικόν νόμον
β) κατά τόν τόκον της παρέμεινε παρθένος, όπως παρθένος παρέμεινε καί μετά τήν σύλληψιν, αφού καί η σύλληψις καί ο τόκος κατά συνέπειαν έγιναν κατά τρόπον υπερφυσικόν καί
γ) ωρισμέναι φράσεις ή χωρία τής Κ. Διαθήκης, χρησιμοποιούμενα κατά της Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ορθώς εξηγούμενα δέν προσβάλλουν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου. Πρέπει να είπωμεν, ότι είς τήν Κ. Διαθήκην δεν ευρίσκομεν μαρτυρίαν άμεσον περί τής μετά τόν τόκον παρθενίας της Θεοτόκου, περί τού Αειπαρθένου δηλαδή. Η παντελής, όμως, έλλειψις μαρτυριών διά το αντίθετον αποκλείει πάσαν συνάφειαν τής Παρθένου μετά τού Ιωσήφ μετά τήν γέννησιν τού Ιησού. Η δημιουργουμένη αύτη συνείδησις καί η βέβαια γνώσις των πραγμάτων διά της παραδόσεως ωδήγησε τους αποστολικούς Πατέρας καί είτα τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς να εκφρασθούν ποικιλοτρόπως υπέρ τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ως θα ίδωμεν εν τοις εξής.
2. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τους αποστολικούς Πατέρας καί τους απολογητάς.
α)  Είς τα έργα Ιγνατίου του Θεοφόρου (+110) ευρίσκομεν μαρτυρίας διά την πρό καί την κατά τόκον παρθενίαν τής Θεοτόκου. Εις τήν προς Σμυρν. I, 1 (ΒΕΠ Β’, σ. 280) απαντά περί του Ιησού η έκφρασις «γεγενημένον αληθώς εκ Παρθένου» και εις τήν πρός Εφεσ. XVII αναγιγνώσκομεν «ο γάρ τού Θεού υιός… εκυοφορήθη εκ Μαρίας κατ’ οικονομίαν Θεού, εκ σπέρματος μέν Δαβίδ, διά Πνεύματος δέ αγίου» (σ. 291). Πρβλ.Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 10-11. Αλλά και εις την πρός Εφεσίους XIX διακηρύττεται η παρθενία της Μαρίας καί ο υπεφυσικός της τόκος (ΒΕΠ Β’ σ. 291)· «καί έλαθε τόν άρχοντα τού αιώνος τούτου η παρθενία Μαρίας, καί ο τοκετός αυτής».
β)  Εις τον Ιουστίνον, ευρίσκομεν σαφείς μαρτυρίας περί τής παρθενικής καί άρα υπερφυσικής γεννήσεως τού Κυρίου, χωρίς να μας ομιλή ο ιερός Πατήρ διά την μετά τήν γέννησιν κατάστασιν, αφου οι σύγχρονοί του χριστιανοί και μή θα εγνώριζον προφανώς καί εξ’ ιδίας ακόμη αντιλήψεως —ο Ιουστίνος απέθανε περί το 160— ότι η Παρθένος δέν ήλθεν εις πραγματικήν κοινωνίαν γάμου μετά τού Ιωσήφ, διατηρήσασα ούτω τήν παρθενίαν της ες αεί. Αναφερόμενος εις τήν γέννησιν τού Κυρίου, γράφει ο Ιουστίνος· «τουτέστι διά παρθενικής μήτρας τον πρωτότοκον των πάντων ποιημάτων σαρκοποιηθέντα αληθώς παιδίον γενέσθαι, προλαβών αυτό δια τού προφητικού Πνεύματος» (PG 6. 673β). Πρβλ. επίσης καί πολλούς διαλόγους του ως τους 43, 45, 48, 54, 71, 100 κ.ά. Εκ των ανωτέρω φαίνεται, ότι οι αποστολικοί Πατέρες δεν εκφράζονται διά τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου μετά τόκον, αλλ’ ούτε καί διά το αντίθετον γίνεται η παραμικρά νύξις, ενώ εκ τού τρόπου του εκφράζεσθαι περί τής Θεοτόκου εις τα έργα των μάς αφήνουν να πιστεύσωμεν, ότι υπό το επίθετον «Παρθένος», όπως αποκαλούν τήν Θεοτόκον, νοείται το «Αειπάρθενος». Πρβλ. καί Μ. Σιώτη. μν. έργ., σ. 95.
3. Η Αειπαρθενία τής Θεοτόκου κατά τους Πατέρας και τους έκκλησιαστικούς συγγραφείς,
α)  Πρώτος ο Ωριγένης (+253/54) σαφώς και απεριφράστως εκφράζεται και διά την μετά τον τόκον διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου, αν και δεν χρησιμοποιεί τον όρον «Αειπάρθενος». Εξηγών, διατί οι λεγόμενοι «αδελφοί τού Κυρίου» δεν είναι πραγματικοί του αδελφοί, γράφει·

«Ζητείται παρά πολλοίς περί τών αδελφών Ιησού, πώς είχε τούτους, της Μαρίας μέχρι τελευτής παρθένου διαμεινάσης» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, σ. 506, 90 κ.έξ.). Καί αλλαχού· «το αξίωμα της Μαρίας εν παρθενία τηρείν μέχρι τέλους βούλονται…»(ένθ. αν., X, σ. 21). Καί εις άλλο σημείον ο κριτικώτατος ούτος εκκλησιαστικός συγγραφεύς γράφει, ότι δεν δύνανται (οι πολέμιοι της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου) να αποδείξουν, «ότι συνουσία εχρήσατο μετά την απότευξιν του Σωτήρος». Κέκτηται δε η μαρτυρία αύτη ιδιαιτέραν σημασίαν, καθότι ο Ωριγένης γράφει κατά το α’ ήμισυ του Γ’ αιώνος, οπότε —εάν πράγματι η Θεοτόκος δεν διετήρησε τήν παρθενίαν της μέχρι τέλους της ζωής της— τα γεγονότα καί η παράδοσις ήσαν πολύ πρόσφατα, ώστε να δύνανται ευχερώς να αποδείξουν τον ισχυρισμόν των οι εχθροί του «Αειπαρθένου». Εν τούτοις όμως δεν ηδυνήθησαν να το πράξουν.
β)  Γρηγόριος ο Θαυματουργός (+270), μαθητής του Ωριγένους, εις την εν αρμενική μεταφράσει διασωθείσαν ομιλίαν του «εις την Γέννησιν» υποστηρίζει, ότι η Θεοτόκος υπήρξε παρθένος πρό, κατά καί μετά τόκον (Pitra, Analecta Sancta, Paris 1883, IV, σ. 383 κ.έξ. καί 392).
γ)  Δια πρώτην φοράν απαντώμεν τον όρον «Αειπάρθενος» εις τον β’ Λόγον του Μ. Αθανασίου (+373) κατά Αρειανών.

«Ουκούν οι αρνούμενοι εκ τού Πατρός είναι φύσει καί ίδιον αυτού τής ουσίας τόν Υιόν αρνείσθωσαν καί αληθινήν σάρκα ανθρωπίνην αυτόν ειληφέναι εκ Μαρίας της αειπαρθένου» (PG 26, 296β). Καί αλλαχού «καί αύτη δε η Κυριότοκος Μαρία και αειπάρθενος» (PG 27, 1393C). Ο όρος απαντά ακόμη μίαν φοράν εις τήν ερμηνείαν του συμβόλου τής πίστεως· «ενανθρωπήσαντα, τουτέστιν γεννηθέντα τελείως εκ Μαρίας της Αειπαρθένου δια Πνεύματος Αγίου» (PG 26, 1232 Α). Ο Μ. Αθανάσιος, λοιπόν, εισήγαγε τον όρον «Αειπάρθενος» εις την γραμματείαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και έκτοτε χρησιμοποιείται ούτος συχνάκις υπό των Πατέρων καί δη των μεταγενεστέρων αιώνων, αν καί κατά το πλείστον ούτοι χρησιμοποιούν τον όρον «Παρθένος», εκφράζοντες διά τούτου το Αειπάρθενο της Θεοτόκου,
δ)  Καί Δίδυμος ο Τυφλός (+398) ρητώς διδάσκει το «Αειπάρθενον», λέγων «ότιπερ ο εκ του αρρήτου φωτός αχρόνως εκλάμψας, από της Αειπαρθένου εν υστέροις καιροίς δια φιλανθρωπίαν αφράστως ετέχθη» (PG 39, 404C). Την ιδίαν δε διδασκαλίαν εκθέτει και εις άλλα σημεία (αυτόθι, 832C.
ε)  Ο ιερός Χρυσόστομος (+407) καταρρίπτων τα επιχειρήματα των αιρετικών κατά του αφράστου μυστήριου της εκ Παρθένου γεννήσεως του Ιησού, διδάσκει το «Αειπάρθενον» εις πολλά σημεία. (Πρβλ. λ.χ. τα PG 78, 102. 57,58 καί 56, 387-388).
στ)  Επιφάνιος ο Σαλαμίνος (+404) αντεπεξήλθε μετά πολλής θεολογικής εμβριθείας εις τας περί το πρόσωπον της Αειπαρθένου Μαρίας αιρετικάς δοξασίας, τας επιπολαζούσας εν Αραβία και αλλαχού. Πολεμών τάς αιρέσεις ταύτας, εξέφρασε σαφώς τήν πίστιν του εις το «Αειπάρθενον» (PG 42, 737ΑΒ). Συχνότερον δε παντός άλλου ο Επιφάνιος αποδίδει τον όρον Αειπάρθενος εις την Θεοτόκον· «εις την υπέρ της αυτής Αγίας Αειπαρθένου υπόθεσιν… ως εις το όνομα της Αειπαρθένου κολλυρίδα τινά επιτελείν…» (αυτόθι, 736). Εκ του ανωτέρω φαίνεται, ότι ο Επιφάνιος καταφέρεται εναντίον ομάδων γυναικών, των Κολλυριανίδων, διότι «ετέλουν ιερουργίας εις το όνομα της Θεοτόκου ως εiς θεάν» (Ί. Καλογήρου, μν. εργ., σ. 118. Περί της αιρέσεως ταύτης πρβλ. F. J. Dolger, Die eigenartige Marienehrung der Philomarianiten oder Kollyridianer in Arabien, είς Antike und Christentum I, 2, σ. 107-142).
ζ)  Κύριλλος ο Αλεξανδρείας (+444) είναι καί ούτος κατηγορηματικώς εκπεφρασμένος υπέρ του «Αειπαρθένου» καί μάλιστα λέγει· «Σοί γαρ καί ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός επί τού Σταυρού αναλαμβανόμενος την Θεοτόκον καί αειπάρθενον, ώς παρθένω παρέδωκεν… σκεύος αμίαντον» (Ομιλίαι Διάφοροι XI, PG 77, 1632C).
η)  Επειδή είναι αδύνατον διά τόν ολίγον χώρον να αναφέρωμεν εδώ αναλυτικώς όλους τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς Συγγραφείς, πρβλ. διά τήν πίστιν εις το «Αειπάρθενον» και Νείλου (+430) (PG 79, I89CD καί 189C), Πρόκλου Κωνσταντιπουπόλεως (+446) (PG 65, 700C). Πηλουσιώτου Ισιδώρου (+435) (PG 78, Ι93Β), Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως (+740) (PG 98, 304CD),Ιωάννου Δαμασκηνού (+754) (PG 79, 18ICD καί 713BC).
4. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου εις την Υμνολογίαν.
Εις την Υμνολογίαν ευρίσκομεν πλήθος λέξεων ή και φράσεων, δηλουσών τήν βαθείαν πίστιν τών υμνογράφων εις τήν αειπαρθενίαν τής Θεοτόκου. Οι περίφημοι χαρακτηρισμοί τής Θεομήτορος ως «Απειρογάμου» (Ωρολόγιον. εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1952, σ. 488), ως «άνθους τής αφθαρσίας» καί «στέφους της εγκρατείας» (αύτόθι, 496). ως καί η θαυμασία προσφώνησις· «χαίρε, νύμφη ανύμφευτε» δηλώνουν τήν απόλυτον πίστιν της Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον». Αλλά καί ο ίδιος ο όρος συναντάται συχνάκις· «Η περιστερά η τον ελεήμονα αποκυήσασα, χαίρε Αειπάρθενε» (αυτόθι, σ. 507) διακηρύττει το τέταρτον τροπάριον της εννάτης ωδής της ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου. Εις το τέταρτον τροπάριον της τέταρτης ωδής του κανόνος «είς την Υπεραγίαν Θεοτόκον», ποιηθέντος υπό του Θεοδώρου Στουδίτου, αναγινώσκομεν «ως φιλάνθρωπος βοήθησον, Θεοτόκε μόνη Αειπάρθενε».

Πρβλ. επίσης καί τον Ειρμόν της όγδοης ωδής το Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, την Ευχήν μεταλήψεως, αποδιδομένην εις τον Ι. Χρυσόστομον, το τροπάριον της ακολουθίας της Τραπέζης (μετά το μεταλαβείν), το Απόδειπνον το Μέγα κ. ά., όπου υπάρχει ο όρος «Αειπάρθενος». Εκ τής μικράς ταύτης σταχυολογήσεως φαίνεται, ότι οι υμνογράφοι, όπως καί οι Πατέρες, χρησιμοποιούν ευρύτερον το «Παρθένος», εννοούντες πάντοτε το «Αειπάρθενος». Τούτο βεβαίως δεν δεικνύει καθόλου αμφιβολίαν ή δισταγμόν περί τήν αλήθειαν του «Αειπαρθένου», αφού, μάλιστα, ως θα ίδωμεν κατωτέρω, η αλήθεια αύτη διεκηρύχθη και υπό οικουμενικών συνόδων, αλλ’ απλώς ο όρος «Αειπάρθενος» χρησιμοποιείται κυρίως δι’ απολογητικούς σκοπούς και τούτου ένεκεν είναι σπανιώτερος του «Παρθένος».
5. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τας ορθοδόξους ομολογίας.
α)  Από της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης είς Κωνσταντινούπολιν το 553, η πίστις εις την Αειπαρθενίαν της Θεοτόκου προσλαμβάνει δογματικόν χαρακτήρα και επικυρούται. Εις τον έκτον αναθεματισμόν της Συνόδου κατα των «Τριών κεφαλαίων» ευρίσκομεν τον όρον «Αειπάρθενος»·
«ει τις καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει την αγίαν ενδοξον αειπάρθενον Μαρίαν, ή κατά αναφοράν, ως ανθρώπου ψιλού γεννηθέντος, αλλ’ ουχί του Θεού Λόγου σαρκωθέντος εξ αυτής… ο τοιούτος ανάθεμα έστω» (Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Α’, Αθήναι 1952, σ. 175).
β)  Και εις τον Α’ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης υπό Ιουστινιανού του Β’ κατά το 692 εις Κωνσταντινούπολιν, αναφέρεται ο όρος «αειπάρθενος», αποδιδόμενος εις τήν Θεοτόκον. Έχει δε το σχετικόν χωρίον ως εξής:
«Και την αυτόν ασπόρως τεκούσαν άχραντον αειπάρθενον, κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες» (αυτόθι, σ. 191).
γ)  Το «Αειπάρθενον» ευρίσκομεν διδασκόμενον καί εις νεωτέρας σχετικώς ομολογίας ως του Γρηγορίου του Παλαμά «μορφήν την καθ’ ημάς λαβών, και εκ της αειπαρθένου Μαρίας ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος κυηθείς» (αυτόθι, σ. 343) και του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων· «πιστεύομεν τον υιόν του Θεού… εν γαστρί της αειπαρθένου Μαρίας συλληφθέντα» (Μν. έργ., Β’, Άθήναι 1953, σ. 750).
Η προηγηθείσα μικρά αναδρομή εις τα κείμενα τών Γραφών καί των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεικνύει σαφώς την πεποίθησιν συμπάσης της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Δια τους αρνουμένους το μέγα τούτο ιδίωμα της Θεομήτορος, έχομεν να είπωμεν, ότι δια να αποδεχθή κανείς πράγματα υπερβαίνοντα τον φυσικόν νόμον, πρέπει να ασκηθή εις την καθαρώς θρησκευτικήν και υπερφυσικήν υπέρβασιν του ιδίου του εαυτού του, «ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας καί Αειπαρθένου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου».

Πώς και με ποια σειρά προσκυνούμε τις εικόνες σε έναν Ιερό Ναό;

Ο Ναός χωρίζεται σε τρία μέρη: στον πρόναο, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα.
Το Ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με το τέμπλο.
Η διάταξη των εικόνων στο τέμπλο είναι πάντα η εξής.
-Στο δεξί μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα του Χριστού.

-Στο αριστερό μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας.
-Δίπλα και αριστερά από την
Παναγία υπάρχει η εικόνα του Αγίου/Αγίας κλπ που είναι αφιερωμένος ο συγκεκριμένος Ναός.
-Δίπλα και δεξιά από τον Χριστό, βρίσκεται η εικόνα του Ιωάννη του Πρόδρομου.
-Στις πλαϊνές πόρτες του τέμπλου υπάρχουν οι μορφές των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Πάνω από την Ωραία Πύλη υπάρχει η παράσταση του Μυστικού Δείπνου μαζί με τις εικόνες του Δωδεκάορτου. (οι δώδεκα σπουδαιότερες εορτές:
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση του Χριστού, η Περιτομή του Χριστού η Υπαπαντή του Χριστού, τα θεία Θεοφάνεια, η Σοφία του Θεού, η Μεταμόρφωση του Χριστού, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, τα Πάθη και ο Σταυρός του Χριστού, η Ανάσταση του Χριστού, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή).
Πως προσκυνούμε τις εικόνες του τέμπλου και με ποια σειρά;
Εν συντομία: (του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου)
Όταν οι ιερείς πρόκειται να λειτουργήσουν παίρ­νουν «Καιρό».
Δηλ. Τελούν μυστικά μία σύντομη Ακολουθία έξω από το Άγιο Βήμα, ασπαζόμενοι τις Άγιες εικό­νες του τέμπλου και κατακλείνοντας με μία ευχή ζητώντας κατά κάποιο τρόπο άδεια και ευλογία από τον Θεό, ώστε «ακατακρίτως να εκτελέσουν την αναίμακτον ιερουργίαν».
Γι” αυτό μερικοί λένε ότι οι λαϊκοί δεν προσκυνούν τις εικόνες τού τέμπλου.
Αυτό μπορεί να γίνει πριν την έναρξη της Ακολουθίας ή μετά το πέρας αυτής.
Πρώτα ασπαζόμαστε (στα χέρια ή στα πόδια και όχι στο πρόσωπο) την αγία εικόνα τού Χριστού, (λατρευτική προσκύνηση), μετά την εικόνα της Παναγίας, (τιμητική προσκύνηση).
Ασπαζόμαστε πρώτα τον Χριστό Βρέφος και μετά την Παναγία.
Ακολουθεί η τιμητική προσκύνηση των αγίων, του Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου δεξιά, του αγίου του Ναού αριστερά.
Μετά συνεχίζουμε τις υπόλοιπες εικόνες τού τέ­μπλου, (εάν υπάρχουν).
Δεν τις προσκυνούμε όμως κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, διότι μοιάζει σαν να γίνεται επίδειξη ευλάβειας και την ώρα της Λατρείας είναι ενοχλητικό και διασπαστικό της προσοχής των πιστών.
Αναλυτικά:
Πρώτα ασπαζόμαστε την εικόνα του Χριστού λέγοντας το απολυτίκιο της Κυριακής της ορθοδοξίας:
«Την άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν Αγαθέ, αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, βουλήσει γαρ ηυδόκησας σαρκί ανελθείν εν τω Σταυρώ, ίνα ρύση ους έπλασας εκ της δουλείας του εχθρού, όθεν ευχαρίστως βοώμεν σοι, Χαράς επλήρωσας τα πάντα, ο Σωτήρ ημών, παραγενόμενος εις το σώσαι τον Κόσμον».
Έπειτα την εικόνα της Παναγίας λέγοντας το τροπάριο:
«Ευσπλαγχνίας υπάρχουσα πηγή, συμπαθείας αξίωσον ημάς, Θεοτόκε, βλέψον εις λαόν τόν αμαρτήσαντα, δείξον ως αεί τήν δυναστείαν σου, εις σέ γάρ ελπίζοντες, τό Χαίρε βοώμέν σοι, ως ποτέ ο Γαβριήλ, ο τών Ασωμάτων Αρχιστράτηγος».
Ακολούθως την εικόνα του Ιωάννου του Πρόδρομου λέγοντας:
Βαπτιστά τού Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι, ίνα ρυσθώμεν τών ανομιών ημών, σοί γάρ εδόθη χάρις πρεσβεύειν υπέρ ημών.
Έπειτα την εικόνα του αγίου που είναι αφιερωμένος ο Ναός πχ αν είναι αφιερωμένος στον Άγιο Νεκτάριο λέμε:
Άγιε Νεκτάριε πρέσβευε υπέρ εμού και αν ξέρουμε λέμε και το απολυτίκο του Αγίου:
«Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον,
Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί,ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα».
Τέλος την εικόνα των αρχαγγέλων:
Άγιοι Αρχάγγελοι τού Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών
Και εφόσον (οι άνδρες) πρέπει για κάποιο λόγο να μπούνε στο Ιερό λένε τον στίχο από τον ψαλμό 5:8 του Δαυίδ:
«Εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς ναόν άγιον σου εν φόβω σου».
Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι η προσκύνηση δεν είναι τυπική αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ευλάβεια, σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπο που προσκυνούμε.

ΟΙ ΝΕΟΙ & Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Οι περισσότεροι έφηβοι στην πατρίδα μας, παρότι είναι χριστιανοί, δεν εκκλησιάζονται συχνά. Ακόμη κι όταν αυτό συμβαίνει στα πλαίσια του σχολείου ή σε κάποια γιορτή, δε δείχνουν να κατανοούν τι σημαίνει μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, παρότι η πλειοψηφία τους κοινωνεί. Είναι ένα σημείο των καιρών. Το κομβικότερο στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής, αυτό που μας ενώνει με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να είναι υπόθεση συνήθειας ή «για το καλό».
      Την αδυναμία μετοχής όλης της ύπαρξης στο μυστήριο την αποδίδουμε στην απουσία κατήχησης ή στην αδυναμία της οικογένειας να το καταστήσει πηγή ζωής για τα νεώτερα μέλη της. Συμβάλλει στο πρόβλημα η έλλειψη κινητοποίησης από την πλευρά των κληρικών, κάποτε και η στενομυαλιά ορισμένων πνευματικών -εξομολόγων, οι οποίοι θεωρούν ότι η συχνή μετοχή στην ευχαριστία καθιστά το μυστήριο συνήθεια και μαγεία, ενώ η αμαρτωλότητα όλων, μικρότερων και μεγαλύτερων, δεν μπορεί να θεραπευθεί, αν δεν την συναισθανθούν μέσω της τιμωρίας να στερούνται του ποτηρίου της ζωής. Αγνοούν βεβαίως ότι σύμφωνα με τα κριτήρια της καθαρότητας και της αγιότητας του Θεού ουδείς αξίζει να μετάσχει, αλλά κοινωνούμε επειδή είναι Φιλάνθρωπος και μας αγαπά, για να λαμβάνουμε άφεση για τις αμαρτίες μας και να γευόμαστε τον τρόπο της αιωνιότητας.
     Πάντως, ακόμη κι αν υπάρξει κινητοποίηση της οικογένειας και των κληρικών, η βιωματική συμμετοχή στην Ευχαριστία δε θα μπορέσει να επιτευχθεί, αν η ενορία δε λειτουργήσει ως σώμα Χριστού. Όταν ο νέος ή ο μεγαλύτερος μετέχουν μόνο ως άτομα στην θεία λειτουργία, δύσκολα θα μπορέσουν να ζήσουν την θεία κοινωνία ως κάτι διαφορετικό από μία πράξη τυπική, που χαρακτηρίζει την χριστιανική ζωή, χωρίς όμως να της δίνει ομορφιά, νόημα και ποιότητα. Διότι η Ευχαριστία είναι το επιστέγασμα της συνάντησης των ανθρώπων στην Εκκλησία. Άνθρωποι οι οποίοι δε θέλουν να είναι ξένοι μεταξύ τους και με τον Θεό, ζητούν νόημα που ξεπερνά τα παρόντα, αισθάνονται ότι η ζωή τους δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς Θεό, αφήνονται στην ποιότητα της αγάπης που ξεκινά από την θεία λειτουργία και ανοίγεται στην καθημερινότητα, είναι όσοι τελικά διψούν για να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές τους.
        Κοινωνώ μαζί με τους φίλους, τους οικείους, τους μικρότερους και μεγαλύτερους τους οποίους με χαρά συναντώ στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται ο Χριστός, «όπου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι» στο όνομά Του. Αυτό δε σημαίνει ότι όσοι δεν ζουν αυτή την εμπειρία δεν κοινωνούν Χριστό. Όμως κάτι λείπει. Εδώ χρειάζεται η Εκκλησία και όσοι θέλουν να ζούνε την χριστιανική ιδιότητα στην πληρότητά της να δραστηριοποιηθούν. Με προσευχή και λόγο. Με αυθεντική κοινωνικότητα και μοίρασμα χαράς. Με ανοικτό πνεύμα. Την ώρα της θείας λειτουργίας να υπάρχει το πνεύμα και το ήθος οικογένειας ανοικτής. Εκεί όπου όλοι γίνονται οικείοι, διότι δε θέλουμε ένα κλειστό σύνολο, αλλά καρδιές που πραγματοποιούν έξοδο από το εγώ τους. Έτοιμες να αγαπήσουν αλλήλους. Να ρωτήσουν. Να μη σχολιάσουν. Να δείξουν ότι χαίρονται και προσεύχονται για τους παρόντες και τους απόντες. Και ότι ζητούν τον Χριστό και τους Αγίους διότι εκεί βρίσκεται η Αλήθεια.
     Χτίζοντας ενορίες με έμπνευση ήδη υπάρχουν οι προϋποθέσεις νεώτεροι και μεγαλύτεροι να ζούνε την Ευχαριστία της καρδιάς!

Η μνήμη θανάτου: δώρον Θεού

Οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι, η μνήμη του θανάτου αφ’ ενός μας συγκρατεί από την αμαρτία, αφ’ ετέρου μας παρακινεί να εργασθούμε τις αρετές. Λέγει σχετικά ο αββάς Ησαΐας: «Τρία πράγματα αποκτά με δυσκολία ο άνθρωπος, και είναι αυτά που συντηρούν όλες τις αρετές: Το πένθος, τα δάκρυα για τις αμαρτίες του και η ενθύμηση του θανάτου του. Διότι όποιος καθημερινά συλλογίζεται τον θάνατο και λέγει στον εαυτό του «Μόνο την σημερινή μέρα έχω να ζήσω σ’ αυτόν τον κόσμο», ούτος ποτέ δεν θα αμαρτήσει ενώπιον του Θεού, ενώ εκείνος που ελπίζει να ζήσει πολλά χρόνια, θα μπλεχτή σε πολλές αμαρτίες».
Ο μέγας Αντώνιος έλεγε στους μαθητές του: «Για να μην πέφτουμε σε αμέλεια, είναι καλό να συλλογιζόμαστε διαρκώς τον λόγο του αποστόλου Παύλου Καθ’ ημέραν αποθνήσκω.
Αν ζούμε έτσι, δηλαδή σαν να πεθαίνουμε κάθε μέρα, δεν θα αμαρτήσουμε». Και εξηγεί ο Άγιος: «Κάθε μέρα, όταν ξυπνήσουμε, να σκεφτόμαστε ότι δεν θα βραδιάσουμε. Και όταν πρόκειται να κοιμηθούμε, να σκεφτόμαστε ότι δεν θα ξυπνήσουμε, αφού η διάρκεια της ζωής μας είναι από την φύση της άγνωστη. Αν έτσι σκεφτόμαστε, ούτε θα αμαρτήσουμε, ούτε θα επιθυμήσουμε τίποτε, ούτε θα οργιστούμε με κανέναν, ούτε θα μαζέψουμε θησαυρούς στην γη. Αντίθετα περιμένοντας καθημερινά τον θάνατο, θα επιδιώξουμε την ακτημοσύνη και θα συγχωρούμε όλα σε όλους».
Η μνήμη του θανάτου οδηγεί στην θερμή και πραγματική μετάνοια. Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος αναφέρει τα εξής για τον σύγχρονο του μοναχό Ησύχιο: Ζούσε αμελέστατα χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για την ψυχή του. Κάποτε λοιπόν συνέβη να ασθενήσει πολύ βαριά και να φθάσει στο σημείο ώστε επί μία ώρα ακριβώς να φαίνεται ότι πέθανε. Συνήλθε όμως πάλι, οπότε μας ικετεύει όλους να φύγουμε αμέσως. Και αφού έκτισε την πόρτα του κελλιού του, έμεινε κλεισμένος μέσα δώδεκα χρόνια, χωρίς να μιλήσει καθόλου με κανέναν. Όλο αυτό το διάστημα δεν γευόταν τίποτε άλλο, εκτός από ψωμί και νερό. Καθόταν μόνον εκστατικός μπροστά σ’ εκείνα που είδε στην έκσταση του. Τόσο πολύ σκεπτικός, ώστε ποτέ πλέον δεν άλλαξε η έκφραση του. Ήταν πάντοτε σαν αφηρημένος, χύνοντας αθόρυβα και συνεχώς θερμά δάκρυα. Μόνον όταν πλησίασε η ώρα του θανάτου του, αποφράξαμε την πόρτα και εισήλθαμε μέσα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, τούτο μόνο μας είπε: «Συγχωρήστε με, αδελφοί. Αυτός που γνώρισε τι σημαίνει μνήμη θανάτου, δεν θα μπορέσει πλέον ποτέ να αμαρτήσει». Κι εμείς θαυμάζαμε βλέποντας τον άλλοτε αμελέστατο να έχει μεταμορφωθεί τόσο απότομα με την μακαριστή αυτή αλλαγή και μεταμόρφωση. Αφού τον θάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο που βρίσκεται κοντά στο κάστρο, ύστερα από μερικές μέρες αναζητήσαμε το άγιο του λείψανο, αλλά δεν το βρήκαμε. Με το θαυμαστό αυτό σημείο ο Κύριος πληροφόρησε πόσο ευάρεστα δέχθηκε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοια του.
Η μνήμη του θανάτου είναι ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ «η πρώτη έννοια την οποία τοποθετεί μέσα στην καρδιά του ανθρώπου η θεία φιλανθρωπία και οδηγεί την ψυχή στην ζωή, είναι η ενθύμηση του θανάτου. Στον λογισμό αυτό ακολουθεί με φυσικό τρόπο η καταφρόνηση του κόσμου, και από το σημείο αυτό αρχίζει στον άνθρωπο κάθε αγαθή κίνηση που τον οδηγεί στην ζωή… Τούτο τον λογισμό πολύ τον μισεί ο σατανάς, και προσπαθεί με όλες τις δυνάμεις του να τον εκριζώσει από τον άνθρωπο. Αν ήταν δυνατόν, θα του έδιδε όλα τα βασίλεια του κόσμου, μόνο και μόνο για να εξαφανίσει από τον νου του, με τους περισπασμούς, αυτόν τον λογισμό… Διότι γνωρίζει ο δόλιος ότι, εάν ο λογισμός αυτός παραμείνει στον άνθρωπο, δεν στέκεται πια ο νους του σ’ αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, ούτε μπορούν να τον πλησιάσουν οι δαιμονικές πανουργίες».
Η μελέτη του θανάτου καθαρίζει τον νου από τα πάθη. Κατά τους αγίους Πατέρας «εκείνος που εμπορεύεται σωστά τον χρόνο της ζωής του και αφιερώνει όλο τον καιρό στην έννοια και τη μνήμη του θανάτου, κλέβοντας σοφά με την απασχόληση αυτή τον νου του από τα πάθη, αυτός και τις συνεχείς δαιμονικές προσβολές είναι φυσικό να τις βλέπει με περισσότερη οξυδέρκεια από εκείνον που θέλει να ζει χωρίς μνήμη θανάτου». Η μελέτη αυτή βοηθά και στην εκρίζωση των παθών. Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει ότι «η ζωηρή μνήμη του θανάτου λιγοστεύει τα φαγητά. Και όταν περικόπτονται με ταπεινοφροσύνη τα φαγητά, κόπτονται μαζί και τα πάθη».
Κάποιος επιπόλαια σκεπτόμενος θα έλεγε ότι αυτά ταιριάζουν στους μοναχούς και όχι στους λαϊκούς. Και είναι βέβαια γεγονός ότι η μελέτη του θανάτου είναι απαραίτητη εργασία του μοναχού που έχει νεκρωθεί για τον κόσμο. Όμως η ωφέλεια από την εργασία αυτή είναι πολύ μεγάλη και για τους εν τω κόσμω Χριστιανούς.
Α. Ο θάνατος είναι ο καλύτερος δάσκαλος της ακτημοσύνης. Ο χριστιανός που διδασκόμενος από τον θάνατο θα καταλάβει το νόημα της ζωής, ούτε για χρήματα θα στεναχωρεθεί, ούτε για κληρονομικά θα μαλώσει, ούτε όταν με οποιονδήποτε τρόπο αδικηθεί θα λυπηθεί για τον εαυτό του. Γνωρίζει ότι τα υπάρχοντα του δεν είναι δικά του, αφού σύντομα θα τα αποχωριστεί. Του δόθηκαν για να τα διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να αγοράσει με τα φθαρτά χρήματα τα άφθαρτα αγαθά. Κατά τον άγιο Συμεών, όλα «τα πράγματα και τα χρήσιμα αντικείμενα που υπάρχουν στον κόσμο είναι κοινά για όλους, όπως ακριβώς το φως και ο ίδιος ο αέρας που αναπνέουμε… Τα πάντα είναι σε όλους κοινά ως προς την χρήση της απολαύσεως, αλλ’ ως προς την κυριότητα δεν ανήκουν σε κανέναν. Όμως η πλεονεξία, αφού εισήλθε σαν τύραννος στην ζωή, μοίρασε με διάφορους τρόπους στους υπηρέτες της αυτά που δόθηκαν από τον Δεσπότη κοινά σε όλους… και αποστέρησε τους άλλους ανθρώπους από την απόλαυση των αγαθών του Θεού. Βέβαια οι υπηρέτες και δούλοι αυτής της τυράννου (της πλεονεξίας), διαδοχικά με την σειρά του ο καθένας, δεν γίνονται κύριοι των υπαρχόντων και των χρημάτων, αλλά πονηροί δούλοι και φύλακες», διότι με τον θάνατο τους αφήνουν αναγκαστικά τους θησαυρούς τους σε άλλους. Όποιος λοιπόν απωθεί την ιδέα του θανάτου και προσκολλάται με όλη του την ψυχή στα φθαρτά, υπάρχει ο φόβος να ακούσει κάποια μέρα τον φοβερό λόγο: Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψνχήν σου απαιτούσιν από σού, α δε ητοίμασας τίνι εσται;
Β. Η μνήμη του θανάτου προξενεί στον πιστό Χριστιανό την υπομονή στην κάθε θλίψη που συναντά. Γνωρίζει ότι ουκ έχει ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητεί, και γι’ αυτό όχι μόνο δεν γογγύζει στις δοκιμασίες και αδικίες του προσωρινού αυτού κόσμου, αλλά και ευχαριστεί τον Θεό που με τα μέσα αυτά του εξασφαλίζει την αιωνία ζωή . Όποιος φιλοσοφεί σωστά το μυστήριο του θανάτου, αντιμετωπίζει σωστά και όλα τα περιστατικά της ζωής του. Λέγεται ότι ο τετραήμερος Λάζαρος μετά την ανάσταση του δεν γέλασε ποτέ, ενθυμούμενος τα όσα αντίκρισε στον Άδη. Μόνο μια φορά γέλασε όταν είδε κάποιον να κλέβει μια στάμνα, και είπε: Ό ένας πηλός κλέβει τον άλλο πηλό!
Γ. Τέλος, η μελέτη του θανάτου είναι η καλύτερη προετοιμασία για την αναχώρηση από την ζωή αυτή. Το Άγιο Πνεύμα μας διδάσκει: Πάντων το τέλος ήγγικε, σωφρονήσατε ουν και νήψατε εις τας προσευχάς. Η γνωστή φράση «Πρέπει να πεθάνεις πριν πεθάνεις, για να μην πεθάνεις όταν πεθάνεις» δεν είναι απλό λογοπαίγνιο. Εκφράζει μια βαθειά αλήθεια. Πριν από τον σωματικό μας θάνατο πρέπει να προηγηθεί η νέκρωση των παθών και η αποκόλληση από την ματαιότητα του κόσμου, αν θέλουμε να αποφύγουμε τον αιώνιο θάνατο.

Γιατί η ζωή μας ώρες-ώρες είναι τόσο χωρίς νόημα;


Καλή ερώτηση! Τέτοια ερωτήματα είναι σημάδια υγιούς ψυχής. Μιας ψυχής που δε βολεύεται στην ήσυχη και απροβλημάτιστη ζωή. Διψάει κάτι άλλο πάνω από τα κοινά μέτρα. Η στείρα καθημερινότητα δεν τη γεμίζει. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, ένας ουρανοδρόμος αετός να βολευτεί σ’ ένα κοτέτσι; Πώς να ψαλιδίσει τα φτερά του, να κυκλοφορεί σε μια αυλή και να έχει για τροφή του μερικούς σπόρους; Πώς να δεχθεί να βαδίζει με το κεφάλι σκυμμένο, όταν είναι πλασμένος για τα ψηλώματα;
Ανησυχείς, λοιπόν, γιατί τίποτα δε σε γεμίζει. Η ψυχή σου δε βρίσκει πουθενά ικανοποίηση. Και ευτυχώς που ανησυχείς. Το ανησυχητικό δεν είναι ο προβληματισμός και η αναζήτηση. Το ανησυχητικό θα ήταν ο συμβιβασμός και η συμφιλίωση με την ήσσονα προσπάθεια, με το «δε βαριέσαι». Να πνίξει μέσα του ο άνθρωπος τους ευγενικούς πόθους και τους υψηλούς οραματισμούς. Να πάψει να νοσταλγεί τους ουρανούς. Να μην τον συγκλονίζει η βαθιά επιθυμία του ιερού Αυγουστίνου: «Μας έπλασες για σένα, Θεέ μου, και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ως ότου αναπαυθεί κοντά σου». Το ανησυχητικό και τραγικό θα ήταν στο ερώτημα «γιατί ζω», να μην έχεις άλλη απάντηση από το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 32). Δηλαδή «ερχόμαστε από το μηδέν και πηγαίνουμε στο πουθενά»!
Έτσι είναι. Η ψυχή αν δεν έχει ναρκωθεί από τα όπια του ηδονισμού, της φιλαργυρίας, του αισθησιασμού, και αν δεν έχει αποβλακωθεί από την πλύση εγκεφάλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, είναι φυσικό να προβληματίζεται.
Η απάντηση στα προβλήματα αυτά είναι άλλης τάξης. Θα την αναζητήσουμε στο Θεό. Αυτός είναι, για μας τους Χριστιανούς, ο Δημιουργός της ζωής και σ’ Αυτόν θα αναζητήσουμε το σκοπό της. Αν ανοίξουμε, λοιπόν, τη Γένεση, θα μάθουμε ότι ο Θεός μάς δημιούργησε «κατ’ εικόνα» Του και μας καλεί να γίνουμε «ομοίωσή» Του. Να μοιάσουμε στο Θεό! Στην αιώνια πηγή της αγάπης, της ειρήνης, της χαράς, της σοφίας. Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε άγιοι. Όλα τ’ άλλα δεν είναι μικρές ή μεγάλες αλήθειες, ούτε μικρά ή μεγάλα ψεύδη. Είναι τεράστια ψέματα και ασύλληπτες απάτες. Όλες οι εντολές του Θεού συντείνουν στο να ερωτευτούμε με όλη μας την καρδιά το Χριστό!
Γράφει σε προσωπικό του ημερολόγιο ο μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος: «Ο άνθρωπος με είχε απογοητεύσει από τα μικρά μου κι όλας χρόνια ως φύση. Με φούντωνε ιδιοφυώς, όμως, μέσα μου η εικόνα του ως δυνατότητα· αυτό που μπορούσε να γίνει. Το ουράνιο κατορθωτό από τον άνθρωπο με γοήτευε περισσότερο απ’ ό,τι αν το συναντούσα στον αγγελικό κόσμο. Η θεϊκότητα του ανθρώπου ίσως είναι το μόνο σημείο που με εντυπωσίαζε περισσότερο από την θεότητα του… Θεού. Η επιστροφή στην κατάσταση του Παραδείσου είναι πιο συγκλονιστική απ’ ότι η παραμονή σ’ αυτόν. Είναι πιο θεϊκή· όχι ως κίνηση, γιατί θυμίζει πτώση -ο Θεός δεν επιστρέφει- αλλά ως μεγαλείο, ως θαύμα. Η χάρις του βεβαιούται. Η αμφισβήτησή Του εκφυλίζεται. Η ύπαρξή Του διαρκώς αποδεικνύεται».
Ευχόμαστε όλοι μας να ανακτήσουμε αυτό το θεϊκό στόχο στη ζωή μας. Ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να μας δεχθεί στην αγκαλιά του και να μας οδηγήσει σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι. Και τότε η ζωή μας όχι μόνο θα έχει ένα βαθύ και ουσιαστικό νόημα, αλλά θα αποτελεί μια ευτυχισμένη πραγματικότητα.

Πνευματικός Αγώνας

Oποιος αγωνίζεται πνευματικά,πολεμάει τον εχθρό διάβολο και επόμενο είναι να πολεμηθεί και από αυτόν.
•Ο άνθρωπος που θα νικήσει τον νοητό εχθρό,θα στεφανωθή απο τον Χριστό.
•Η πείρα αποκτιέται από τα πυρά των δαιμόνων,που δέχεται ο στρατιώτης του Χριστού στην πνευματική μάχη.
•Πριν αρχίσει τη μάχη ο εχθρός ,αρχίζει τον βομβαρδισμό με τους λογισμούς.Η ευχή του Ιησού είναι το βαρύτερο όπλο κατά των λογισμών του εχθρού.
• Για να εξαγνισθει ο νους και η καρδιά,πρέπει ο άνθρωπος να μη δέχεται πονηρούς λογισμούς,αλλά ούτε και ο ίδιος να σκέφτεται πονηρά.Να ενεργεί δε απλά και ταπεινά και να αγωνίζεται φιλότιμα.

Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθ’ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετ’ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει,αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος…
Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται, λέει ο Μ. Βασίλειος, κατ’ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν, λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν. Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν, ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος, υπανδρευμένος, με παιδιά, ελησμόνησε τον Θεόν, αμάρτησε και αφού μετενόησε πικρά, επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του.
«Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ», έλεγε.
Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις, μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει…
Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία;
… Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς, αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών, της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες.